Patricia

kryonΑπό νωρίς το απόγευμα ετοιμαζόταν να πάει να τον συναντήσει. Θα έβαζε εκείνο το κόκκινο πουλόβερ με το ντεκολτέ χαμόγελο που της πήγαινε πολύ. Μαύρη φούστα με τα παπούτσια τα Prada. Φυσικά μαύρο λίγο διαφανές καλσόν. Θα σήκωνε τα μαλλιά σε κότσο όπως η Monica Vitti στο έργο “Περιπέτεια”. Μόλις χτυπούσε το κουδούνι, είχε φθάσει στην πόρτα του. Μπήκε και εκείνος την υποδέχτηκε με ένα πλατύ χαμόγελο. “Ακριβώς στην ώρα σου!” “Μα τι λες τίποτε πιο εύκολο αφού δεν είχε κίνηση ο δρόμος!”.

Κάθησε, “ένα ποτό;” τη ρωτά. “Ναι αλλά βάλε και παγάκια”. Της έφερε το ουίσκι που ήταν από το μπουκάλι που είχε στη μικρή εταζέρα με φωτογραφίες με την οικογένεια του, μάρκας Dimple – αυτό το ωραίο μπουκάλι με το συρμάτινο διακοσμητικό και λίγα φυστίκια Αιγίνης. “Λοιπόν, τι νέα;” “τίποτε ησυχία” του απαντά αδιάφορα ενώ ο νους της ήταν στο επίμαχο θέμα της συμφωνίας που την έκανε να τον συναντά – ή ήταν κάτι άλλο; Δεν ήξερε ακριβώς να πει. Πηγαινοερχόταν μιλώντας συνέχεια στο κινητό με κάποιον – προφανώς συνεργάτη του. Μετά από λίγο κάθησε δίπλα της: “Να βάλουμε και λίγη μουσική” της λέει και σηκώθηκε προς το πικ-απ, πήρε από τη συλλογή του των βινυλίων ένα δισκάκι και το έβαλε να παίζει.

“Σ’ αρέσει; Στο αφιερώνω” και σηκώνοντας το ποτήρι να τσουγκρίσει μαζί της “εις υγείαν λοιπόν! να πω και κάτι άλλο μαζί;” τη ρωτάει. “Στη συμφωνία μας πες”. “Αυτό μόνο σ’ ενδιαφέρει; Τα χρήματα;”. “Ναι, πρώτα από όλα τα άλλα! – που άλλωστε δεν γίνονται έτσι κι αλλιώς… μάτια έχω και βλέπω…” κοιτώντας κατά το ραφάκι με τις φωτογραφίες.

Είχε σκοτεινιάσει τα φώτα της λεωφόρου έξω από τις κλειστές γρίλλιες θα είχαν πια ανάψει. “Ν’ ανάψουμε και ‘μεις το φως” του λέει ενώ έπαιζε το τραγούδι και ‘κείνος “λες να χρειάζεται;”. Στο μυαλό της εκείνη η συμφωνία που δεν μπορούσε να κλειστεί για άγνωστους λόγους, με τον πιο προφανή να αιωρείται – εκείνον της έλλειψης των χρημάτων. “Άναψε το φως δεν βλέπουμε τη μύτη μας εδώ μέσα” του απαντά.

Και ‘κείνος σηκώθηκε να ανάψει το φως με ένα ελαφρύ σήκωμα των ώμων. Η βραδυά ήταν σε πλήρη εξέλιξη – τα όσα θα λέγονταν ήταν γνωστά: το flirt αυτό, ήταν συνηθισμένο μεταξύ τους και ποτέ κανείς από τους δυο δεν ήξερε ακριβώς τι επρόκειτο να ακολουθήσει. Μόνο ένα ήταν σίγουρο: Η επιστροφή της στο σπίτι σε λίγη ώρα, η αμφιβολία, η απογοήτευση – συναισθήματα πάντα παρόντα.

athanitisCapture

Δημήτρης Αθανίτης

Συνέντευξη του Δημήτρη Αθανίτη. Γνωστού από την τελευταία του ταινία Invisible: Μια προσπάθεια να εισχωρήσεις σ’ έναν άλλο κόσμο – δίπλα μας αλλά ουσιαστικά αόρατος. Το ίδιο αποπειράται με την ταινία που περιγράφει στη συνέντευξη. Η ουσία βρίσκεται πίσω από την όψη. Ένας κόσμος πάλι αόρατος

Αχ ψυχή μου, τίποτα δεν είδες στον κόσμο, τίποτα!

Georgios M. Vizyinos.JPGGeorgios M. Vizyinos” από τον Ioannes A. Arsenēs , Michael A . Raphaelobits – http://ia311326.us.archive.org/0/items/poikilstoaethni00raphgoog/poikilstoaethni00raphgoog.pdf. Υπό την άδεια Κοινό Κτήμα μέσω Wikimedia Commons.

Το μόνον της ζωής του ταξίδιον 1884
“Καθισμένοι σ’ ένα λόφο ο παππούς και ο εγγονός μιλάνε για ταξίδια Για ταξίδια που έγιναν, για ταξίδια που δεν έγιναν ποτέ, για την ζωή. Η ζωή του ενός πλησιάζει στο τέλος της. Η ζωή του άλλου μόλις αρχίζει. Και οι δύο έχουν δοκιμάσει τη καταπίεση, και οι δύο ονειρεύονται να φύγουν, να δραπετεύσουν.
Τα ταξίδια είναι μία προσπάθεια φυγής από την πραγματικότητα.
Είναι μία απόδραση στον κόσμο του παραμυθιού.
Είναι το όνειρο, η τρέλα.
Ο παππούς βιώνει το ταξίδι μέσα από τα παραμύθια. Η ζωή του επιφυλάσσει μόνο ένα αληθινό ταξίδι, στον ουρανό.

“”Τους σκυλοκέφαλους τους είδες;”
Όχι παππού δεν τους ειδα
Να! κομμάτι πάρε εδώ απ’ τη χώρα που ψήνει ο ήλιος το ψωμί” κοιτάει κατά τον ουρανό, στα σύννεφα που αργοδιαβαίνουν
Από μπρος είναι άνθρωποι κι από πίσω σκύλοι. Από μπρος σε καλοπιάνουνε από πίσω γαυγίζουν

Ο Γιώργος Βιζυηνός Βιζύη (Ανατολική Θράκη) 1849 – Αθήνα 1896 πραγματικό όνομα Γιώργος-Μιχαήλ Σύρμας ή Μιχαηλίδης, μαζί με τον Ανδρέα Καρκαβίτσα συγκροτούν μια σχολή στη λογοτεχνία που ανέδειξε θέματα παρμένα από τη ζωή της ελληνικής ιστορίας δια μέσου ιστοριών της υπαίθρου, ηθών και εθίμων, μνημών από την Τουρκοκρατία.

Εγώ ο Γιαννούλης Χαλεπάς

Yannoulis Chalepas portrait.jpg

Γιαννούλης Χαλεπάς – έργο Νικηφόρου Λύτρα

Yannoulis Chalepas portrait” από τον Νικηφόρος Λύτρας – Transferred from el.wikipedia; transferred to Commons by User:Lapost using CommonsHelper. Υπό την άδεια Κοινό Κτήμα μέσω Wikimedia Commons.

Τίτλος: Εγώ, ο Γιαννούλης Χαλεπάς
Σκηνοθεσία: Στέλλα Αρκέντη
Σενάριο: Στέλλα Αρκέντη
Ηθοποιοί: Ιωάννα Γκαβάκου, Τάκης Βογόπουλος, Θανάσης Παπαθανασίου
Είδος: Μυθιστορηματική Βιογραφία.
Σύντομα θα προβληθεί στις αίθουσες.

Η ζωή του Τηνιακού μεγάλου γλύπτη Γιαννούλη Χαλεπά (1851-1938) από τον Πύργο της Τήνου
Ο Γιαννούλης Χαλεπάς ήταν γόνος οικογένειας φημισμένων τηνίων μαρμαρογλυπτών. Ο πατέρας του, Ιωάννης, και ο θείος του είχαν μεγάλη οικογενειακή επιχείρηση μαρμαρογλυπτικής με παραρτήματα στο Βουκουρέστι, την Σμύρνη και τον Πειραιά. Ο Γιαννούλης, ο μεγαλύτερος από τα πέντε αδέλφια του, είχε έφεση στην μαρμαρογλυπτική και βοηθούσε τον πατέρα του στα έργα που ετοίμαζε ο τελευταίος για διάφορες εκκλησίες. Οι γονείς του τον προόριζαν για έμπορο, αλλά ο ίδιος τελικά αποφάσισε να σπουδάσει γλυπτική.

Από το 1869 έως το 1872, μαθήτευσε στο Σχολείον των Τεχνών (την μετέπειτα Ανωτάτη Σχολή Καλών Τεχνών) με δάσκαλο τον Λεωνίδα Δρόση. Το 1873 έφυγε για το Μόναχο με υποτροφία του Πανελλήνιου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, για να συνεχίσει τις σπουδές του στην εκεί Ακαδημία Καλών Τεχνών με δάσκαλο τον Μαξ φον Βίντμαν (Max von Windmann) Το 1876 επέστρεψε στην Αθήνα, όπου άνοιξε δικό του εργαστήριο. Το 1877 ολοκλήρωσε στο μάρμαρο τον Σάτυρο που παίζει με τον Έρωτα, και τον ίδιο χρόνο άρχισε να δουλεύει το πιο διάσημο γλυπτό του, την Κοιμωμένη για τον τάφο της Σοφίας Αφεντάκη στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών. Την Κοιμωμένη του από το πήλινο πρόπλασμα την μετέφεραν αργότερα με το γλύφανό τους στο μάρμαρο οι μαρμαρογλύπτες Χαμηλός και Αλεξάκης.

Τον χειμώνα του 1877 προς 1878, ο Χαλεπάς υπέστη νευρικό κλονισμό. Χωρίς κανέναν προφανή λόγο, άρχισε να καταστρέφει έργα του, ενώ επιχείρησε κατ’ επανάληψη να αυτοκτονήσει. Σήμερα γνωρίζουμε ότι τα αίτια της ψυχασθένειάς του ήταν η τελειομανία του, η υπερκόπωση από την αδιάκοπη εργασία και ένας ατυχής έρωτας για μία νεαρή συμπατριώτισσά του, που την ζήτησε σε γάμο και οι γονείς της αρνήθηκαν να του την δώσουν. Ωστόσο, εκείνη την εποχή, με την ψυχολογία και την ψυχιατρική ακόμα στα πρώτα τους στάδια, οι γονείς του Χαλεπά και οι γιατροί δεν μπορούσαν να καταλάβουν τα βαθύτερα αίτια της ψυχασθένειας του νεαρού γλύπτη. Έτσι οι γονείς του τον έστειλαν ταξίδι στην Ιταλία, για να συνέλθει, αλλά η θεραπεία ήταν μόνο πρόσκαιρη. Με την επιστροφή του στην Ελλάδα άρχισαν ξανά τα συμπτώματα: καταβύθιση στην σιωπή, απομόνωση, παραμιλητό και αναίτιο γέλιο.
συνέχεια σ’ αυτό το άρθρο

Τον Ιούλιο του 1888 κλείνεται, παρόλη την αντίθεση της μάνας του, στο ψυχιατρείο της Κέρκυρας. Είναι η ίδια χρονιά, που άλλοι δύο διάσημοι, ο Βίνσεντ Βαν Γκόγκ και ο Φρειδερίκος Νίτσε, περνούν το κατώφλι της τρέλας.

Για 13 χρόνια ο Χαλεπάς μένει έγκλειστος και όταν βγαίνει από το ψυχιατρείο, ο πατέρας του έχει πεθάνει. Έτσι μπαίνει υπό την επιτήρηση της μάνας του που πίστευε ότι η Τέχνη τον κατέστρεψε. Μόνο το 1916 μετά τον θάνατο της μητέρας του θα επιστρέψει στον κόσμο της δημιουργίας και θα δημιουργήσει μέχρι τον θάνατο του (1938) έργα ανώτερα από αυτά της πρώτης περιόδου. Σήμερα ο Γιαννούλης Χαλεπάς θεωρείται ότι συνδύαζε ως καλλιτέχνης, «την πανελληνικότητα του Παλαμά, την ποιητική αποσπασματικότητα και την δραματικότητα του Σολωμού, το ήθος του Παπαδιαμάντη και την τραγικότητα της ζωής του Βιζυηνού».