Ήταν η υπέρτατη στιγμή αυτή που θα κατεβαίναμε τις σκάλες πιάνοντας τη ξύλινη γυαλιστερή ράμπα δίπλα στη καρό ταπετσαρία με τις παλιές κρεμασμένες γκραβούρες. Ακουγόταν ο θόρυβος από ομιλίες, ποτήρια που χτύπαγαν μεταξύ τους αναταράσσοντας τα παγάκια, καθώς η μουσική ακουγόταν όλο και πιο έντονα. Και να η μεγάλη μπάρα του μπαρ, ενώ ο κόσμος στην πίστα χόρευε άνετα καθώς ήταν ακόμη νωρίς, κάτω από τα φωτορυθμικά.

Προχωρήσαμε προς κάποιο κενό τραπεζάκι. Ημίφως, αρκετό όμως για να διακρίνεις τα πρόσωπα που έπιναν το ποτό και σιγοψιθύριζαν – άλλοι πάλι σαν ήταν μεγάλη παρέα, γέλαγαν δυνατά καθώς είχε λεχθεί κάποιο πείραγμα, ή εξιστορηθεί κάποιο αστείο γεγονός. Απλίκες στους τοίχους, σε σχήμα πυρσού με βυσσινιά αμπαζούρ.
Σε λίγο τον είδαμε να κατευθύνεται στο τραπέζι μας κρατώντας το ποτήρι του:
Επιτρέπεται να καθίσω;” ρώτησε με ένα αδιόρατο χαμόγελο. Μας συστήθηκε την επόμενη στιγμή.
Φυσικά και ναι!“. Ήταν μια ουρανοκατέβατη έκπληξη! Ένας τύπος τόσο γνωστός, είχαμε ακούσει γι’ αυτόν ήταν γαλλικής καταγωγής, έμενε σ’ έναν πύργο δίπλα στη λίμνη, με όλα του τα αντικείμενα τέχνης, είχε επίσης γκαλερί με αντίκες στον καλύτερο δρόμο της πόλης. Το αυτοκίνητο του, μια μεγαλοπρεπής Rolls-Royce, ήταν πάντα παρκαρισμένο απ’ έξω. Σε λίγο σηκώθηκε απομακρυνόμενος, χωρίς να μιλήσει και μείναμε να απορούμε – αλλά για ελάχιστα δευτερόλεπτα, καθώς γύρισε αμέσως κρατώντας μια φιάλη τζιν Captain Morgan’s.

Έφερα το μπουκάλι μου” και ζητώντας από τον σερβιτόρο ποτήρια, μας κέρασε. Καθόταν σταυροπόδι με ένα μαύρο, αδιόρατα ριγέ κοστούμι, γραβάτα, πολύ εκκεντρικός, είχε μακριές φαβορίτες που του πλαισίωναν το αδύνατο πρόσωπο με τα μαύρα, κάπως μακρυά, κυματιστά μαλλιά καθώς κοιτούσε με μάτια αεικίνητα την πίστα. Φορούσε κι ένα δακτυλίδι ένα φίνο χρυσό bague-chevalière.
Μ’ αρέσει να κοιτάζω την πίστα, ν’ ακούω τη μουσική, καμιά φορά χορεύω… Αλήθεια, χορεύουμε;”.

bandolerocapture

Bandolero – Paris Latino 1983

Ήταν τακτικός θαμώνας σ’ αυτό το κέντρο. Είχε φυλαγμένο το μπουκάλι του στο μπαρ, καθόταν στην άκρη της μπάρας αλλά σαν έβλεπε κάποιους γνωστούς του – και είχε πολλούς, τους χαιρετούσε εγκάρδια. Κατέβαινε μόνος τις περισσότερες φορές, κι ήταν ένας τρόπος που συνήθιζε να τελειώνει τη μέρα του. Έμοιαζε με έναν  δανδή μιας άλλης εποχής, ένας άλλος Dorian Gray, όμως με έναν τρόπο ιδιαίτερα κομψό που έφθανε στην επιτήδευση, τη μεγαλοπρέπεια. Αργότερα αγόρασε έναν περίφημο πύργο δίπλα στη λίμνη που τον μετέτρεψε σε ιδιωτικό resort όπου λάμβαναν χώρα δεξιώσεις, μουσικές εκδηλώσεις, κοσμικά και πολιτιστικά γεγονότα.

abracadabracapture

Steve Miller Band Greatest Hits 1972 – 1978

Εκείνες οι σκάλες ήταν μια κάθοδος στα μυστικά της νύχτας, μια νέα εμπειρία, μια αίσθηση ελευθερίας: όλα χάνονταν, βούλιαζαν στα σκωτσέζικα καρό καθίσματα, μαζί με τις μιας άλλης διάστασης φιγούρες, που κινούνταν στη σκιά των αχνά φωτισμένων τοίχων, ντυμένων με το ίδιο μυστηριακό ύφασμα, στην πίστα κάτω, μέσα από τις πολύχρωμες λάμψεις των προβολέων, στους χορευτικούς ρυθμούς των επιλογών του d.j..
Ήταν το αντικαθρέφτισμα μιας προσδοκίας του καινούργιου. Μια νέα συνάντηση, μια νέα εμπειρία. Ο τρελός χορός της νύχτας άπλωνε σαν τον πάνθηρα τα βελούδινα πατήματα του μέσα από τα άδυτα μαγευτικών – λες κι ήταν ψέμα, στιγμών – ένα περίεργο puzzle με παράταιρα στοιχεία που έψαχνες να ταιριάσεις.

Προσπάθεια να περιγραφεί μια άποψη νυχτερινής εξόδου σε μια ευρωπαϊκή πόλη και αφορά ένα γνωστό κέντρο της Λωζάνης που στον κανονισμό του είχε το face-control και όπου η αστυνομία κατέβαινε μετά τη μία για να ελέγξει την κατάσταση. Σήμερα έχει μετατραπεί σε καφέ με τραπεζάκια και υπαίθριες σόμπες, έξω στον πεζόδρομο.